ΚΡΗΤΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ από τον Ross Daly
Η μουσική παράδοση του νησιού της Κρήτης είναι από τις πιο ενεργές και ζωντανές στην Ευρώπη σήμερα. Παρά το γεγονός αυτό ωστόσο, δεν είναι πολλοί εκείνοι που την γνωρίζουν, και ακόμη λιγότεροι εκείνοι που έχουν βαθιά γνώση της μουσικής αυτής. Δυστυχώς οι εθνομουσικολόγοι, τόσο οι Έλληνες όσο και οι ξένοι, δεν έχουν κάνει διόλου επίπονες και σοβαρές έρευνες πάνω στο αντικείμενο της Κρητικής μουσικής, με αποτέλεσμα να υπάρχει ένα ουσιαστικά μια πολύ μικρή ποσότητα αξιόπιστης πληροφόρησης άμεσα διαθέσιμο σε γραπτά κείμενα.
Η Κρήτη αποτελούσε την πατρίδα του αρχαιότερου Ευρωπαϊκού πολιτισμού, και ενός από τους αρχαιότερους στον κόσμο, του Μινωικού. Ήδη από εκείνη την εποχή, η Κρήτη ήταν σταυροδρόμι όπου συναντήθηκαν πολλοί και διαφορετικοί πολιτισμοί, συχνά συγκρούστηκαν ενώ σε κάθε περίπτωση αλληλοεπηρεάστηκαν. Οι σημαντικότερες από αυτές τις επιρροές θα λέγαμε πως ήταν εκείνες των Αρχαίων Ελλήνων, των Ρωμαίων, των Βυζαντινών, των Αράβων, των Βενετών με πιο πρόσφατη εκείνη των Οθωμανών Τούρκων. Είναι εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι αδύνατον, να αναλύσει κανείς με απόλυτη ακρίβεια τι είδους επιρροές, αν υπήρξαν, άσκησαν όλοι αυτοί οι λαοί πάνω στη μουσική που ακούμε σήμερα στην Κρήτη. Θα μου φαινόταν απίθανο ότι ούτε ένα ίχνος από τους ήχους της αρχαιότητας δεν έχει επιβιώσει ως τις μέρες μας, όπως εξίσου απίθανη μου φαίνεται και η αντίληψη ότι η αρχαία μουσική έχει επιβιώσει αναλλοίωτη μέχρι σήμερα.
Το πού βρίσκεται η αλήθεια ανάμεσα στα δύο αυτά άκρα ίσως να μην τo μάθουμε ποτέ. Η προαναφερθείσα έλλειψη σοβαρής έρευνας στο θέμα σίγουρα δεν βοηθάει την όλη διαδικασία, που συνεπώς καταλήγει δυστυχώς να μην είναι τίποτε άλλο από εικασίες. Υπάρχει σαφώς διαθέσιμη γνώση όσον αφορά στην αρχαία ποίηση, το χορό, τη μουσική θεωρία, τις επιστήμες και πολλές άλλες πτυχές της ζωής, αλλά δυστυχώς δεν έχουμε στη διάθεσή μας συγκεκριμένες μουσικές αποδείξεις σε μορφή επακριβούς καταγεγραμμένου και αναπαραγωγίσιμου μελωδικού υλικού. Αυτό δεν συμβαίνει μόνο με την αρχαία μουσική. Στον ίδιο βαθμό δεν μπορούμε να έχουμε σαφή γνώση με χειροπιαστές αποδείξεις, σχετικά με το πώς μπορεί να ακουγόταν η Κρητική μουσική κατά τη διάρκεια των μετέπειτα ιστορικών της φάσεων. Αυτά που υπάρχουν στη διάθεσή μας είναι μονάχα οι ηχογραφήσεις του 20ου αιώνα, κάποια ελάχιστα κείμενα που μας παρέχουν κάθε αυτό μουσικές πληροφορίες, οι προσωπικές μαρτυρίες ταξιδιωτών διαφόρων εποχών και βέβαια χιλιάδες άλλα κείμενα που δεν μαρτυρούν πάρα μόνο το ανεξάντλητο της φαντασίας εκείνων που τα γράφουν υπηρετώντας προκατασκευασμένα συμπεράσματα Κάποιες από αυτές τις πηγές είναι σοβαρές, ενώ πολλές από αυτές σίγουρα δεν είναι. Δεν θα ήθελα σε αυτό το σημείο να επεκταθώ στις τεράστιες δυσκολίες που συναντά κανείς στη μελέτη μουσικής του μακρού παρελθόντος, ούτε είναι στην αρμοδιότητά μου να επιβραβεύσω ή να κατακρίνω τη δουλειά ενός μεγάλου αριθμού ανθρώπων που έχουν κατά κάποιο τρόπο αγγίξει το θέμα άμεσα ή έμμεσα. Πιο λογικό θα ήταν σε αυτό το σημείο να κάνω απλώς μια παρουσίαση του τμήματος της Κρητικής μουσικής που βρίσκεται σήμερα στη διάθεσή μας σε μορφή ηχογραφήσεων του 20ου αιώνα, και να αφήσω τα υπόλοιπα στην κρίση ικανών ερευνητών με την ελπίδα ότι κάποια μέρα θα λύσουν το πρόβλημα.
Η Κρητική μουσική ανήκει αναμφισβήτητα στην οικογένεια των τροπικών μουσικών παραδόσεων της Ανατολικής Μεσογείου ενώ έχει επίσης αξιοσημείωτα κοινά στοιχεία και με άλλες παραδόσεις της ευρύτερης περιοχής όπως με την Αραβική, την Τουρκική και φυσικά με παραδόσεις διαφόρων περιοχών της Ελλάδας.
Τα βασικότερα όργανα που χρησιμοποιούνται σήμερα είναι η λύρα: ένα μικρό αχλαδόσχημο τοξωτό με τρεις χορδές που παίζεται κάθετα πάνω στο αριστερό γόνατο και με το δοξάρι (το οποίο παλαιότερα είχε πάνω του κουδούνια) στο δεξί χέρι και σε οριζόντια θέση, και το λαούτο: ένα μεγάλο νυκτό έγχορδο όργανο που έχει στενή σχέση με το αραβικό ούτι, με τέσσερις διπλές μεταλλικές χορδές και μετακινούμενους μπερντέδες φτιαγμένους από νάιλον νήμα. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά της λύρας έχει να κάνει με την τεχνική δαχτυλοθεσίας του αριστερού χεριού. Σε αντίθεση με το βιολί και με άλλα συγγενικά όργανα, οι χορδές δεν πατιούνται με την ψίχα του δαχτύλων του αριστερού χεριού, αλλά τα νύχια αγγίζουν ελαφρά τη χορδή στο πλάι. Από αυτήν την άποψη η Κρητική λύρα συγγενεύει με άλλους τύπους λύρας που απαντώνται στην Ανατολική Μεσόγειο και σε περιοχές των Βαλκανίων όπως είναι η Τουρκική λύρα, φασίλ κεμέντσε, η Βουλγάρικη γκαντούλκα, καθώς και διάφορες λύρες από τα νησιά της Δωδεκανήσου, από την νοτιοδυτική Τουρκία, τη Θράκη, τη Μακεδονία, ορισμένες περιοχές της νότιας Ιταλίας και πολλές της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι αυτή η τεχνική παιξίματος συνηθίζεται επίσης σε τοξωτά όργανα της βορειοδυτικής Ινδίας (Ρατζαστάν), όπως είναι το σαράνγκι και το καμάϊτσα, καθώς και σε κάποια τοξωτά της Κεντρικής Ασίας, όπως το ιγκίλ από την Τούβα και το Μογγολικό μορίν-χουρ. Είναι πράγματι ενδιαφέρον το ότι σε καμία από τις περιοχές που βρίσκονται ενδιάμεσα από αυτές τις πολύ μακρινές μεταξύ τους χώρες δεν χρησιμοποιείται αυτή η τεχνική.
Εκτός από τη λύρα και το λαούτο παίζονται και άλλα όργανα στην Κρήτη. Τόσο στις άκρως δυτικές όσο και στις άκρως ανατολικές περιοχές του νησιού συναντά κανείς συχνότερα το βιολί από ότι τη λύρα. Στην δυτική Κρήτη μάλιστα έχει ξεσπάσει τις τελευταίες δεκαετίες έντονη διαμάχη σχετικά με το ποιο όργανο από τα δύο είναι πιο αυθεντικό μέσο έκφρασης της Κρητικής μουσικής. Δυστυχώς η διαφωνία αυτή είναι το αποτέλεσμα ενός αφορισμού απαρχαιωμένης αντίληψης που επιβλήθηκε στους βιολιστές από το κρατικό ραδιόφωνο τη δεκαετία του '50 υπό την ευθύνη του τότε υπεύθυνου Σίμωνα Καρρά. Ο ίδιος ο Καρράς ήταν καθαρά επηρεασμένος από άκρως εθνικιστικές ιδεολογίες και θεωρούσε το βιολί μία Ευρωπαϊκή επιβολή που εκτόπιζε τη "γηγενή" λύρα σε ορισμένες περιοχές. Στην πραγματικότητα κανένα από τα δύο όργανα δεν είναι αύτοχθον Κρητικό (η παλαιότερη γραπτή αναφορά στη λύρα χρονολογείται το 10ο αιώνα στη Θράκη. Στην Κρήτη φαίνεται ότι εμφανίστηκε στις αρχές του 18ου αιώνα), ενώ πριν την μεσολάβηση του Καρρά ούτε οι λυράρηδες, ούτε οι βιολιστές δεν είχαν σκεφτεί καν να
υποβαθμίζουν οι μεν τους δε με εχθροπάθεια.
Στις ορεινές περιοχές της κεντρικής Κρήτης παιζόταν συχνά μια μικρή γκάιντα, γνωστή ως ασκομαντούρα, και στα αστικά κέντρα ήταν διαδεδομένο ένα μικρό λαουτοειδές με μακρύ μπράτσο, παρόμοιο με το σάζι, που ονομαζόταν μπουλγκαρί. Στις ανατολικές περιοχές γύρω από τη Σητεία το κυρίως συνοδευτικό όργανο της λύρας ήταν ένα μικρό κρουστό με τη μορφή βαρελιού και με δέρμα και στις δύο πλευρές, γνωστό ως νταουλάκι. Η ασκομαντούρα,το μπουλγκαρί,το νταουλάκι και το σφυροχάμπιολο (μια μικρή φλογέρα) τείνουν να εξαφανιστούν, αν και μερικοί νέοι μουσικοί έχουν αρχίσει τα τελευταία χρόνια να τα επαναφέρουν και φαίνεται επικείμενη πια μια αναγέννηση ενδιαφέροντος για τα όργανα αυτά. Τα τελευταία χρόνια το μαντολίνο έχει γίνει πολύ δημοφιλές ως όργανο συνοδείας για τις μαντινάδες (οι χαρακτηριστικές κρητικές δεκαπεντασύλλαβες ομοιοκατάληκτες στροφές). Είναι αρκετά σύνηθες μια παρέα ανθρώπων να καθίσουν μαζί και να αρχίσουν κάτι μεταξύ διαλόγου και αναμέτρησης λέγοντας μαντινάδες με τη συνοδεία ενός μαντολίνου να παίζει επαναλαμβανόμενες μουσικές φράσεις γνωστές ως κοντυλιές οι οποίες αφήνουν μεγάλη ελευθερία στους τραγουδιστές. Η παρουσία του μαντολίνου στην Κρήτη είναι μακροχρόνια (τεκμηριώνεται με σαφήνεια από τα Οθωμανικά χρόνια) και σε συγκεκριμένες περιοχές της κεντρικής Κρήτης ήταν παλιότερα αρκετά δημοφιλές. Ένα άλλο όργανο που συνηθίζεται πολύ ως συνοδευτικό της λύρας τις τελευταίες δεκαετίες είναι η κιθάρα. Αυτό είναι για πολλούς λόγους ανεπιτυχές, δεδομένου ότι η κιθάρα, με το συγχορδιακό της παίξιμο, επιβάλλει απαραιτήτως τη δυτική συγκερασμένη κλίμακα πάνω σε μία καθ'όλα τροπική παράδοση στην οποία τα μικροδιαστήματα ήταν κάποτε ένα από τα βασικότερα χαρακτηριστικά της. Η σύγχρονη συνοδεία της λύρας (η οποία συνήθως περιλαμβάνει ένα λαούτο και μια κιθάρα) έχει ακυρώσει πλήρως τη χρήση μικροδιαστημάτων από τους λυράρηδες, οι οποίοι τώρα είναι υποχρεωμένοι να προσαρμοστούν στα συγκερασμένα διαστήματα της κιθάρας και του λαούτου (του οποίου οι μετακινούμενοι μπερντέδες δεν μετακινούνται πια).
Το μεγαλύτερο μέρος της Κρητικής μουσικής ωστόσο είναι χορευτική και παίζεται στα τοπικά πανηγύρια, στους γάμους, στα βαφτίσια και σε άλλες τέτοιες γιορτινές περιστάσεις. Οι χοροί αυτοί είναι συνήθως αρκετά γρήγοροι και απαιτούν από το χορευτή ιδιαίτερες ικανότητες, αλλά ταυτόχρονα πειθαρχία και λεπτότητα. Οι βασικοί χοροί είναι ο Μαλεβιζιώτικος, το Πεντοζάλι (αργό και γρήγορο), η Σούστα και ο Συρτός. Υπάρχουν και άλλοι χοροί, αλλά οι περισσότεροι από αυτούς μπορούν να θεωρηθούν υποκατηγορίες των προαναφερθέντων. Το υπόλοιπο κρητικό ρεπερτόριο αποτελείται από τραγούδια που δεν προορίζονται να συνοδεύουν το χορό. Ίσως τα σημαντικότερα από αυτά τα τραγούδια είναι τα ριζίτικα. Τα τραγούδια αυτά αρχικά τραγουδιόντουσαν αποκλειστικά στη δυτική Κρήτη, χωρίς τη συνοδεία οργάνων, από μια παρέα αντρών που κάθονταν γύρω από ένα τραπέζι. Για το λόγο αυτό είναι γνωστά και ως τραγούδια της τάβλας. Τα ριζίτικα χαρακτηρίζονται από την πολύ σοβαρή και αυστηρή φύση τους, από τους αξιόλογους στίχους που αντικατοπτρίζουν μια πολύ ανεπτυγμένη ποιητική παράδοση(πολύ συχνά αλληγορική και αφαιρετική στα νοήματά της), καθώς και από τις περίπλοκες μελωδίες τους. Τα ριζίτικα είναι επίσης τα μοναδικά κείμενα στην κρητική μουσική που δεν κάνουν χρήση της ομοιοκαταληξίας. Η ρήμα εισήχθη στην Κρήτη κατά την περίοδο την Ενετικής κατοχής του νησιού (1204-1670), και πολλοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι οι χωρίς ομοιοκαταληξία στίχοι των ριζίτικων ίσως αντανακλούν μια παλαιότερη ποιητική φόρμα και ότι είναι πολύ πιθανόν κάποια από τα διασωθέντα ποιήματα να προηγούνται της Ενετικής κατοχής . Θα είχε σίγουρα νόημα να αναζητήσει κανείς σχέσεις ανάμεσα στα ριζίτικα και στην υμνολογία της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Άλλα είδη τραγουδιού απαντώνται στα αστικά κέντρα και αντανακλούν ξεκάθαρα επιρροές που προέρχονται από τη Μικρά Ασία. Επίσης αξιοσημείωτες είναι και οι μελωδίες που χρησιμοποιούνται για τη συνοδεία του επικού ποιήματος Ερωτόκριτος, το οποίο γράφτηκε στα μέσα του 17ου αιώνα από τον Βιτσέντζο Κορνάρο. Αυτό το τεράστιο σε έκταση έπος κατέχει μια πολύ σημαντική θέση στον Κρητικό πολιτισμό και κάποτε ήταν ιδιαίτερα συνηθισμένο να συναντά κανείς ανθρώπους , ακόμα και αναλφάβητους, που γνώριζαν από μνήμης ολόκληρο το έργο.
Η κρητική δισκογραφία είναι αρκετά εκτενής και ηχογραφήματα Κρητικής μουσικής από τις αρχές του 20ου αιώνα ως σήμερα είναι στη διάθεσή μας. Είναι γεγονός ότι απλώς πληκτρολογώντας "κρητική μουσική" σε οποιαδήποτε μηχανή αναζήτησης στο διαδίκτυο, θα εμφανιστεί ένας τεράστιος αριθμός ιστοσελίδων οι οποίες ανήκουν σε online καταστήματα Κρητικής μουσικής. Ακούγοντας κανείς τις παλιότερες ηχογραφήσεις των μουσικών των αρχών του 20ου αιώνα, γίνεται αμέσως φανερό το γεγονός ότι η Κρητική μουσική έχει υποστεί σοβαρότατες αλλαγές κατά τη διάρκεια των δεκαετιών που ακολούθησαν. Προσωπικά προτιμώ αναμφισβήτητα τους μεγάλους μάστορες του παρελθόντος , όπως είναι: ο Ανδρέας Ροδινός (ένας θρυλικός λυράρης του οποίου οι μουσικές εκτελέσεις αποτελούν μέχρι και σήμερα το σημείο αναφοράς. Πέθανε το 1937 στην πρόωρη ηλικία των 22 ετών), ο Μανόλης Λαγός (ένας πολύ "κλασσικός " λυράρης από το Ρέθυμνο, που έζησε στις αρχές του 20ου αιώνα), ο Γιώργος Τζιμάκης ( ένας λυράρης και εξαιρετικός τραγουδιστής από τα Χανιά, ο οποίος σήμερα είναι γύρω στα 95 και παίζει ακόμα), ο Νικόλαος Σαριδάκης (ένας πολύ ευαίσθητος βιολιστής από την Κίσσαμο στη δυτική Κρήτη), ο Στέλιος Φουσταλιεράκης (ήταν ο μεγαλύτερος εκπρόσωπος του σπάνιου οργάνου, μπουλγκαρί καθώς και ο συνθέτης μερικών από τα πιο σπουδαία κλασσικά κομμάτια της Κρητικής μουσικής), ο Γιάννης Μπερνιδάκης ή "Μπαξεβάνης" ( ο σπουδαιότερος τραγουδιστής και λαουτιέρης των αρχών του 20ου αιώνα), ο Κώστας Μουντάκης (ένας από τους μεγαλύτερους λυράρηδες του 20ου αιώνα και καταπληκτικός τραγουδιστής. Ήταν επίσης ο δάσκαλός μου), ο Αθανάσιος Σκορδαλός (ένας έξοχος λυράρης από το χωριό Σπήλι της κεντρικής Κρήτης. O απολογισμός της ευγενούς άμιλλας ανάμεσα στο Σκορδαλό και τον Μουντάκη, που κράτησε περισσότερο από 40 χρόνια, ήταν μια εξαιρετικά μεγάλη ποσότητα δημιουργικής δουλειάς πάνω στην Κρητική μουσική κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα), ο Μιχάλης Παπαδάκης ή "Πλακιανός" ( ηχογραφήσεις του "Πλακιανού" είναι δυστυχώς πολύ σπάνιες, ήταν ο μεγαλύτερος εκπρόσωπος της σχολής της λύρας της περιοχής του Αποκόρωνα στην δυτική Κρήτη), ο Νίκος Ξυλούρης (από το χωριό Ανώγεια στην κεντρική Κρήτη. Θεωρείται γενικώς ο μεγαλύτερος τραγουδιστής που τίμησε ποτέ την κρητική μουσική, ήταν επίσης εξαίρετος λυράρης και συνθέτης), ο Γιάννης Δερμιτζογιάννης (ένας λυράρης και βιολιστής από τη Σητεία στην ανατολική Κρήτη, ήταν ιδιαίτερα επιδέξιος στη χρήση κουδουνιών πάνω στο δοξάρι της λύρας), ο Λεωνίδας Κλάδος ( ένας ιδιαίτερα καινοτόμος και δημιουργικός λυράρης από την περιοχή Μεσσαρά της κεντρικής Κρήτης ο οποίος δρα μέχρι σήμερα). Αυτά είναι μόνο μερικά από τα μεγάλα ονόματα του παρελθόντος και υπάρχουν πολλοί ακόμα που θα άξιζαν πραγματικά να τους αναζητήσει κανείς. Η κρητική μουσική σκηνή του παρόντος συχνά φαίνεται να ωχριά σε σύγκριση με εκείνη του παρελθόντος. Δεν υπάρχει φυσικά έλλειψη λυράρηδων (η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν κυριολεκτικά χιλιάδες!), αλλά η γενική αισθητική ήχου έχει επηρεαστεί σημαντικά πια από τη σύγχρονη αστική Ελληνική ποπ μουσική . Ωστόσο υπάρχουν ασφαλώς ορισμένοι μουσικοί της νέας γενιάς η δουλειά των οποίων είναι εξαιρετική: ο Στέλιος Πετράκης (παίζει λύρα, λαούτο και σάζι. Κατάγεται από τη Σητεία και έχει μελετήσει σοβαρά μουσικές παραδόσεις διάφορων γειτονικών χωρών. Με ελευθερία και καλαισθησία εισάγει στοιχεία από τις παραδόσεις αυτές στη δική του δουλειά), ο Γιώργος Ξυλούρης ( ο ανιψιός του μεγάλου Νίκου Ξυλούρη και γιος του Ψαραντώνη. Είναι εξαίσιος τραγουδιστής και λαουτιέρης και η συμβολή του στην Κρητική μουσική προορίζεται να είναι ιδιαίτερα σημαντική), ο Δημήτρης Σγουρός (λυράρης από τον Άγιο Νικόλαο στην Ανατολική Κρήτη, αποτελεί το καλύτερο ζωντανό παράδειγμα του μουσικού ύφους της περιοχής), ο Ζαχαρίας Σπυριδάκης (εξαιρετικά δημιουργικός και δεξιοτέχνης λυράρης, ο οποίος ήταν ένας από τους καλύτερους μαθητές του Κώστα Μουντάκη). Επαναλαμβάνω ότι αυτά δεν είναι παρά μερικά μόνο ονόματα, υπάρχουν πολλοί ακόμα και αξίζουν πραγματικά να τους αναζητήσει κανείς.
 

Τα νέα του Ross

(02/24/15) “7Fish” νέο cd από την Κέλυ Θωμά

Αν η μουσική είναι ένας απέραντος ωκεανός πιθανοτήτων , τότε αυτή η συλλογή είναι 7 από αυτές...συν μία. Οχτώ νέες συνθέσεις της Κέλυς Θω...
Περισσότερα

(09/26/14) The Other Side

After a long pause from recording, Ross Daly presents us with his new, self-released album, entitled “The other side” (August 2014). Featuring some of his closest collaborators of the past 10 years, the album is comprised of nine original composi...
Περισσότερα

(02/06/10) “Anamkhara” από την Κέλυ Θωμά

Αυτές τις μέρες κυκλοφορεί το πρώτο προσωπικό CD της Κέλυς Θωμά με τίτλο Αναμχάρα. Η λέξη Αναμχάρα προέρχεται από την Ιρλανδική Κέλτικη γ...
Περισσότερα

(11/03/09) Ross Daly σεμινάριο στο Λαβύρινθο

Ross Daly Μουσική Ομάδα στο Μουσικό Εργαστήρι Λαβύρινθος 3-8 Δεκεμβρίου , 2009 εγγραφές  info@labyrinthmusic.gr τηλ: 00302810741027     ...
Περισσότερα

Ημερολόγιο Εκδηλώσεων

«  Ιανουάριος 2018  »
 Δε  Τρ  Τε  Πε  Πα  Σα  Κυ 
  1  2  3  4  5  6  7
  8  91011121314
15161718192021
22232425262728
293031    
© 2009, Ross Daly, Με την Επιφύλαξη Παντός Δικαιώματος   |   Παραγωγή & φιλοξενία metrovista.creative.media